Σελίδες

Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015

Ο Έλληνας καταναλωτής και το εισαγόμενο κρασί



 



Ο τρόπος με τον οποίο ο σύγχρονος Έλληνας καταναλωτής αντιμετωπίζει το εισαγόμενο κρασί επηρεάζεται από δύο παραμέτρους. Οι ίδιες παράμετροι επιδρούν καταλυτικά και προσδιορίζουν το ενδιαφέρον και τις δυνατότητες απορρόφησης από την αγορά συγκεκριμένων κατηγοριών κρασιού. Αυτές είναι η τιμή και οι γνώσεις που έχει ο καταναλωτής.


 α. Η τιμή


Ας χωρίσουμε το κρασί με βάση την τιμή πώλησής του στο ράφι σε τρεις μεγάλες ομάδες: Φθηνό (έως 7 ευρώ), μεσαίο (από 7 ευρώ έως 20 ευρώ) και ακριβό (από 20 ευρώ και άνω).

Η πρώτη κατηγορία (έως 7 ευρώ) περιλαμβάνει γενικώς κρασιά τα οποία δεν απευθύνονται σε «ψαγμένους» καταναλωτές. Ποιοτικώς τα περισσότερα συνήθως υστερούν ή, μετά πάσης βεβαιότητος, δεν υπερτερούν σε σχέση με επώνυμα ελληνικά κρασιά, μάρκας ή και μικρών παραγωγών. 

Ταυτόχρονα, η αδυναμία κατανόησης των αναγραφόμενων στην ετικέτα λειτουργεί αποτρεπτικά (άγνοια γλώσσας και έλλειψη γνώσεων) για μεγάλη μερίδα καταναλωτών. Αυτό το οποίο απομένει είναι κατά κύριο λόγο η διάθεσή τους, με τη βοήθεια του οινοχόου ή του σερβιτόρου, από εστιατόρια τα οποία μέσω αυτής της πρότασης «διαφοροποιούνται» από τον ανταγωνισμό. Την ίδια στιγμή όμως κερδίζουν περισσότερα, καθώς ο συντελεστής πολλαπλασιασμού της τιμής είναι σαφώς μεγαλύτερος απ’ ό,τι για ένα ίδιας τιμής ελληνικό κρασί.

Μια άλλη εκδοχή είναι η πώλησή τους μέσω των σουπερμάρκετ σε καταναλωτές που αναζητούν μεν το status της ξένης ετικέτας, αδυνατούν όμως να πληρώσουν ανάλογα το περιεχόμενο. Επιπλέον δεν έχουν τις γνώσεις (ούτε οι ίδιοι ούτε και οι συνδαιτυμόνες τους), ώστε να ενοχληθούν από την υπολειπόμενη ποιότητα.

Η δεύτερη κατηγορία (7-20 ευρώ) είναι αυτή που παρενοχλεί ουσιαστικά το ποιοτικό ελληνικό κρασί και εγκυμονεί κινδύνους, για τους οποίους οι Έλληνες παραγωγοί θα έχουν κατά κύριο λόγο την ευθύνη. Περιλαμβάνει ένα σημαντικό αριθμό κρασιών από τη Γαλλία – με το κύρος που προσδίδει σε αυτά η προέλευσή τους. Συνήθως είναι κρασιά από το γαλλικό νότο (Προβηγκία, Ρουσιγιόν) και από δευτερεύουσες υποζώνες μεγάλων περιοχών. Μπορεί να είναι αξιόπιστα κρασιά μάρκας ή και κρασιά αμπελοοινικών εκμεταλλεύσεων, εμφιαλωμένα επιτόπου.

Η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει όμως (συχνά με καλύτερη σχέση ποιότητας/τιμής) και κρασιά από την Ιταλία, την Ισπανία, τη Χιλή, την Αυστραλία, την Καλιφόρνια και δευτερευόντως από τη Νότια Αφρική και τη Νέα Ζηλανδία. Κάνοντας μια συνολική εκτίμηση, μπορούμε να πούμε ότι τα κρασιά αυτής της κατηγορίας απευθύνονται σε ένα κοινό που, εκτός από την οικονομική ευχέρεια, έχει και γνώσεις. 

Μπορεί να διαβάσει την ετικέτα (γλώσσα), να κατανοήσει τα γραφόμενα (γνώσεις) και ταυτόχρονα να δοκιμάσει κάτι καινούριο (έχει ήδη σχετική εμπειρία πάνω στον ελληνικό αμπελώνα και τους κυρίους εκπροσώπους του), που θα τον συγκινήσει. Στην αναζήτησή του υποβοηθείται σημαντικά από τις εκτενείς λίστες –από εξήντα έως και εξακόσιες εισαγόμενες ετικέτες– που σήμερα μπορούμε να συναντήσουμε στην αφρόκρεμα της αθηναϊκής εστίασης. 

Με την καθοδήγηση ενός σομελιέ, μπορεί εύκολα να οδηγηθεί σε ικανοποιητικές και ενδιαφέρουσες γευστικά επιλογές. Το ίδιο ισχύει και για αγορές από την κάβα, ειδικά αν αυτή διαθέτει ενημερωμένο πωλητή. Ποιοτικά το ελληνικό κρασί είναι παρόν σε αυτήν την γκάμα τιμών. Όμως οι επιλογές που δίνει είναι σαφώς μικρότερες, συγκρινόμενες με τις σχεδόν αστείρευτες δυνατότητες προτάσεων που μπορεί να κάνει ο διεθνής αμπελώνας και να αξιοποιήσει ένας έμπειρος εισαγωγέας, καβίστας ή σομελιέ. 

Επιπλέον, σε αυτό το επίπεδο αρχίζει να είναι εμφανής η αδυναμία του ελληνικού κρασιού στη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην τιμή, την ποιότητα και το glamour της προέλευσης. Το τελευταίο δεν έχει αρχίσει να γίνεται αισθητό στην ελληνική αγορά, είναι όμως θέμα χρόνου. Οι συνθήκες που επιβάλλει η παγκοσμιοποίηση, ο πολλαπλασιασμός των εισαγόμενων ετικετών και η βέβαιη εμπλοκή πολυεθνικών στο «παιχνίδι» του κρασιού, κάνουν εύκολη την πρόβλεψη.

Η τρίτη κατηγορία (πάνω από 20 ευρώ)

Οι Έλληνες παραγωγοί, τουλάχιστον για το ορατό μέλλον, δεν φαίνεται να πληρούν τις προϋποθέσεις για κρασιά αυτού του ποιοτικού επιπέδου. Αυτό γίνεται απόλυτα εμφανές από το επίπεδο των 30 ευρώ και πάνω. Οι ελάχιστες εξαιρέσεις και οι πιθανές ανατροπές που οφείλονται σε πέντε-έξι ελληνικές ετικέτες (ελλειμματικές ούτως ή άλλως) δεν αλλάζουν την εικόνα. 

Τα κρασιά αυτά απευθύνονται σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο κοινό connoisseurs, στην κατανάλωση κατά τη διάρκεια γευμάτων υψηλού κύρους και χρησιμεύουν για δώρα sign, με ανάλογους αποδέκτες. 

Η υποστήριξή τους απαιτεί, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, εξειδικευμένο επαγγελματία και φυσικά αποδέκτη με την απαραίτητη οικονομική δυνατότητα. 

Παρά τη μικρή διασπορά τους όμως και τη δυσκολία πώλησης, προσφέρουν μεγάλη υπηρεσία στο εισαγόμενο κρασί. Απασχολούν τα ΜΜΕ, συντηρούν το «μύθο» και δίνουν προστιθέμενη αξία στα κρασιά των μικρότερων κατηγοριών. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτή την γκάμα ανήκουν κρασιά που, εκτός αν κάποιος είναι τελείως άσχετος με το θέμα, αξίζει να δοκιμαστούν έστω μία φορά.

β. Οι γνώσεις



Είναι αναμφισβήτητο, και φαίνεται και από τα προλεχθέντα, ότι με εξαίρεση μια μικρή χούφτα καταναλωτών (δυο-τρεις χιλιάδες άτομα σε όλη την Ελλάδα), το εισαγόμενο κρασί αποτελεί, λίγο-πολύ, terra incognita για τους υπόλοιπους. 


Η προσέγγισή του απαιτεί μελέτη (δύσκολο) ή τη συμβουλή από το προσωπικό μιας σοβαρής κάβας ή τη συμπαράσταση ενός σομελιέ. Είναι βέβαιο, παρ’ όλα αυτά, ότι η δοκιμή του αξίζει τον κόπο. Χρειάζεται όμως προσοχή. Τόσο από αυτόν που το προτείνει όσο από αυτόν που το αγοράζει ή το βάζει στο τραπέζι του.

Σε ό,τι έχει σχέση με τον πρώτο, καλό θα είναι να μη χρησιμοποιεί τον δεύτερο για ασκήσεις επαγγελματικής δεξιότητας και πειθούς. Οφείλει να προτείνει ανάλογα με τις γνώσεις και το επίπεδο οργανοληπτικής κατανόησης του πελάτη. 

Οφείλει επίσης να γνωρίζει ότι το κρασί (και το εισαγόμενο) κερδίζει φίλους μέσα από την εξοικείωση και τη μετά γνώσεως προσέγγισή του. Και αυτή επιτυγχάνεται κατ’ αρχάς με το ελληνικό κρασί.

Σε ό,τι έχει σχέση με την επιλογή κρασιού, υπάρχουν ορισμένοι κανόνες, των οποίων η τήρηση μπορεί να αποδειχθεί πολύτιμη για την ευχαρίστηση και το πορτοφόλι.

1. Αν οι γνώσεις είναι από ελάχιστες έως ανύπαρκτες για το κρασί, ψηφίστε ελληνικά. Το εισαγόμενο μάλλον δεν θα σας προσφέρει τίποτα περισσότερο. Ίσως και να σας απογοητεύσει.
2. Αν, παρ’ όλα αυτά, έχετε την περιέργεια, εμπιστευτείτε μια πολύ σοβαρή κάβα ή ένα εστιατόριο με ικανοποιητική λίστα και επαγγελματία οινοχόο. Εξηγηθείτε για το επίπεδο των γνώσεών σας και ορίστε την τιμή που αξίζει η περιέργειά σας.
3. Για ένα σχετικά ακριβό κρασί είναι προτιμότερη η λύση της δοκιμής στο σπίτι ένα βράδυ ή μια Κυριακή που θα έχετε φροντίσει για ένα φαγητό με κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που δικαιολογούν ένα καλό κρασί. Θα σας κοστίσει πολύ φθηνότερα και αν τυχόν η δοκιμή σάς αφήσει ασυγκίνητους, η τιμή δεν θα σας «τσουρουφλίσει».
4. Φροντίστε οι συνδαιτυμόνες σας να έχουν την ίδια με εσάς περιέργεια και στοιχειώδες τουλάχιστον ενδιαφέρον για τη γευστική ποιότητα. Διαφορετικά, τα σχόλιά τους θα «τσαλακώσουν» τόσο τη στιγμή όσο και το ηθικό σας.
5. Ποτέ μην ντρέπεστε να πείτε «δεν γνωρίζω». Ζητήστε εξηγήσεις. Αν δεν σας ικανοποιούν ή σας φαίνονται κινέζικα, προτιμήστε κάτι που ξέρετε και αφήστε το για μια άλλη φορά.
6. Η περιέργεια... μήτηρ μαθήσεως. Απλώς στη συγκεκριμένη περίπτωση κοστίζει λίγο ακριβά.
7. Η λαϊκή ρήση «Η Ελλάδα βγάζει τα καλύτερα κρασιά του κόσμου» ουδεμία σχέση με την πραγματικότητα έχει.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου